Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΠΑΠΠΟΥΔΩΝ ΜΑΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ Η ΜΑΡΙΑ ΒΕΛΕΝΤΖΑ



Εορταστική εκδήλωση στην ύπαιθρο στα χρόνια των παππούδων μας

Α. Καταγωγή – Οικογενειακά στοιχεία

     Ονομάζομαι Βελέντζα Μαρία και είμαι 70 ετών. Ο πατέρας και η μητέρα μου είναι από τη Λιβαδειά. Και οι δύο γονείς μου ήταν κτηνοτρόφοι. Αγαπούσα πάρα πολύ τον πατέρα μου, καθώς ένιωθα ότι κι αυτός μου είχε ιδιαίτερη αδυναμία, μολονότι ήξερα πως και οι δύο γονείς μου μας αγαπούσαν όλα τα παιδιά τους πολύ.
   Τα παιδικά και νεανικά μου χρόνια τα έζησα στη Λιβαδειά. Τότε μέναμε σε κονάκια φτιαγμένα από σάλομα και λούρα. Στη γειτονιά μας υπήρχε ένας ανοιχτός χώρος που έπαιζαν τα παιδιά και γύρω γύρω ήταν δέντρα. Είχα εννιά αδέρφια, έξι κορίτσια και τρία αγόρια. Κάπου κάπου είχαμε μεταξύ μας μικροκαυγαδάκια, ας πούμε κάθε φορά που η μάνα μας έπαιρνε ένα καινούργιο φόρεμα σε κάποιο από τα αδέρφια, οι άλλοι ζηλεύαμε...

   Παντρεύτηκα τον παππού σου με προξενιό, έτσι γνωριζόταν τότε το μελλοντικό ζευγάρι. Ιδιαίτερους περιορισμούς δεν είχαν τα κορίτσια. Ζούσαμε όπως και τα αγόρια. Πάντως το βράδυ ως τις 9 έπρεπε να είμαστε όλοι στο σπίτι.
   Όταν έλειπαν οι γονείς τα μεγαλύτερα από τα αδέρφια πρόσεχαν τα μικρότερα. Μερικές φορές, αν δεν κάναμε καλά, τρώγαμε και ξύλο απ’ τους γονείς μας. Θυμάμαι μια φορά πήγαινα παρέα με την αδερφή μου τη Βασιλική στα πρόβατα με το άλογο. Συμφωνήσαμε να καθόμαστε στο άλογο μισή ώρα η μία και μισή η άλλη. Η αδερφή μου όμως δεν κατέβαινε, όταν ήρθε η σειρά μου. Εγώ θύμωσα και της έριξα μια πέτρα. Όταν επιστρέψαμε στο κονάκι η μάνα μου τη χτύπησε και την έκλεισε σε ένα άλλο κονάκι για τρεις ώρες.


Β. Σχολική ζωή

   Σχολείο πήγα μόνο ένα χρόνο στο Δημοτικό σχολείο του Ορχομενού. Ήταν ένα παλιό πέτρινο κτίριο με λιγοστά θρανία και μια μονάχα αίθουσα, όπου κάναμε μάθημα όλα τα παιδιά μαζί. Ήταν μακριά, περίπου μια ώρα δρόμο, και πήγαινα με τα πόδια. Κουραζόμουνα πάρα πολύ.
   Το σχολείο μας είχε 12 μόνον μαθητές, γιατί δεν πήγαιναν τότε όλα τα παιδιά στο σχολείο, κι έναν αυστηρό δάσκαλο που κρατούσε μια βέργα στο χέρι.
   Πηγαίναμε πάντα πρωί και μέναμε εκεί 6 ώρες. Εκεί γράφαμε σε μια πλάκα που τη φέρναμε καθημερινά στο σχολείο. Όσο ήμασταν στο σχολείο δεν τρώγαμε τίποτα. Παίζαμε όμως ξέγνοιαστα στα διαλείμματα.
   Εγώ αγαπούσα το σχολείο και οι γονείς μου ήθελαν να σπουδάσω, δεν μπορούσε όμως να γίνει αυτό, γιατί ούτε χρήματα είχαμε και πολλά αδέρφια ήμασταν. Πώς να σπουδάσουμε όλα;
   Όλα τα παιδιά στο σχολείο μας ήταν φτωχικά ντυμένα, με ρούχα παλιά και μπαλωμένα, ήταν όμως πάντοτε καθαρά.


Δ. Άλλα ενδιαφέροντα

     Είχαμε ένα γραμμόφωνο που το βάζαμε να παίζει συνέχεια. Άλλες φορές, όταν είχαμε χρόνο ελεύθερο, κυνηγούσαμε πουλιά ή παίζαμε ή τριγυρνούσαμε εδώ και εκεί κουβεντιάζοντας, πειράζοντας ο ένας τον άλλον και λέγοντας αστεία. Όταν πηγαίναμε για να πούμε τα κάλαντα, αμοιβόμασταν με γλυκά, φρούτα και ξηρούς καρπούς.
     Εκκλησιαζόμασταν σπάνια, γιατί ο τόπος που μέναμε δεν είχε εκκλησία κι έπρεπε να πάμε πολύ μακριά για να βρούμε εκκλησία. Αργότερα, οι γονείς μου, που ήταν ευσεβείς άνθρωποι, βοήθησαν να χτιστεί μια εκκλησίτσα.
     Η συμπεριφορά των μεγάλων απέναντί μας, όσο ήμασταν παιδιά, δεν ήταν και η καλύτερη. Πάντα μας αντιμετώπιζαν με σκληρότητα.


Ε. Κοινωνική – Πολιτιστική - καθημερινή ζωή

     Διασκεδάζαμε σε γάμους και πανηγύρια. Πανηγυρίζαμε του Προφήτη Ηλία και της Παναγίας. Τότε χορεύαμε και τραγουδούσαμε, ενώ η ορχήστρα έπαιζε δημοτικούς σκοπούς. Στις άλλες γιορτές δεν είχαμε ορχήστρα, τραγουδούσαμε με το στόμα. Τις μέρες αυτές βάζαμε όλοι τις καλές φορεσιές μας και ήμασταν χαρούμενοι. Ο πατέρας μου φορούσε κοστούμι υφαντό και η μάνα μου φούστα υφαντή και πουκάμισο, καθώς και το δαχτυλίδι και το σταυρό. Μαζί μας έμενε ο παππούς και η γιαγιά.
     Κάθε Σεπτέμβρη πηγαίναμε και στο παζάρι του Ορχομενού κι εκεί αγοράζαμε ρούχα και προικιά.
     Χρησιμοποιούσαμε και πολλά παρατσούκλια, όπως Κρούστας, Βιβέ, Μαυρίκω, Ζαρτσογιάννης και πολλά άλλα. Η χρήση τους μας διευκόλυνε στην συνεννόηση, γιατί πολλοί είχαν το ίδιο όνομα κι έτσι τους ξεχωρίζαμε.
      Ξυπνούσαμε στις επτά το πρωί και κοιμόμασταν στις οκτώ το βράδυ. Διακοπές και θαλασσινά μπάνια ούτε που ξέραμε τι είναι. Κάθε μέρα σπίτι, χωράφια, ζώα. Θυμάμαι μια φορά, τότε που ήμουνα μικρό παιδί, πηγαίνοντας στη στάνη συναντήσαμε ένα φίδι. Σήκωσε το κεφάλι του και μας κυνήγησε. Του πετάξαμε τότε μια ζακέτα, τη δάγκωσε και γλυτώσαμε εμείς.
   Για κάποιους τόπους στην περιοχή που ζούσαμε ακούγονταν και παλιές ιστορίες για νεράιδες και άλλα ξοτικά. Θυμάμαι πως λέγανε ότι σε ένα βουνό εκεί κοντά είχαν σκοτωθεί κάποτε πολλοί άνθρωποι κι από τότε ακούγονταν φωνές εκεί και βγαίνανε νεράιδες.


Ζ. Συνθήκες ζωής

     Τα συνηθισμένα φαγητά μας ήταν πίτες, όσπρια, γάλα, τυρί, γιαούρτι και κάπου κάπου λίγο κρέας. Το πατρικό μου σπίτι ήταν καλύβα και για φωτισμό είχαμε λάμπες πετρελαίου. Είχαμε απ’ όλα τα ζώα και έναν κήπο στον οποίο φυτεύαμε όλα όσα μας χρειάζονταν για να ζήσουμε. Τη φροντίδα για όλα αυτά την είχαμε όλοι. Νερό παίρναμε απ’ τις πηγές που παντού υπήρχαν. Τα φαγητά μας τα ετοιμάζαμε και τα ψήναμε στο φούρνο μας.
     Από τα ρούχα μας κάποια τα φτιάχναμε μόνοι μας και κάποια άλλα τα αγοράζαμε, είχαμε και τον αργαλειό μας και σ’ αυτόν φτιάχναμε πολλά πράγματα. Μας άρεσε πάντα το ωραίο και δίναμε πολύ σημασία στο ντύσιμο και γενικότερα την εμφάνισή μας.
     Νοσταλγώ από εκείνη την εποχή την ανεμελιά. Ήταν τόσο ωραία η εποχή της νιότης μας.    

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ «ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΠΑΠΠΟΥΔΩΝ ΜΑΣ» ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ/ΜΑΘΗΤΡΙΩΝ ΤΟΥ 3ου ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΛΑΜΙΑΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 2010, ΣΕ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΕΡ. ΚΑΚΟΥΡΑ – ΚΩΝ. ΜΠΑΛΩΜΕΝΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου